ἀλθαίνω

ἀλθαίνω, -ομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `become whole and sound' (Hp.)
Other forms: ἄλθετο (Il.). Fut. ἀλθήσομαι, -σω (Il.). ἀλθεῖν ὑγιάζειν (Hp. ap. Gal. 19, 76). ἄλθα θερμασία η θεραπεία H.; ἄλθος φάρμακον EM; ἀλθεύς ἰατρός H.; ἀλθαίνει αὔξει, θεραπεύει, ὑγιαίνει φάρμακον γὰρ ἄλθος H.
Derivatives: The fut. ἀλθέξομαι (Aret.) perh. formed after its opposite πυρέξομαι of πυρέσσω (but Chantr. comments: "l'hypothése reste en l'air"; cf. συναλθάσσομαι; ἄλθεξις. On these forms Van Brock, Vocab. médical 198 - 207 ("capricieuses formations", all late). ἀλθεστήρια `medicine' (Nic.), cf. χαριστήρια, etc. (Chantr. Form. 63f.). - ἀλθαία plant name `marsh mallow', Thphr.; cf. Strömberg Pflanzennamen 81 (partly incorrect). On Ἄλθηπος, also Ἄλθηφος, Bechtel Hermes 56, 228 and the mythical name Άλθαία, s. below.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [26] *h₂el- `grow'
Etymology: Άλθαίνω is connected with the root in ἄναλτος (q.v.) (Schwyzer 703 β). Cf. ἀλδαίνω. Chantr. notes that the word is originally used of the growth of damaged tissue; he translates ἄλθετο χείρ with "le bras se guérit". - However, the meaning `heal' is not evidently connected with ἀλ- `grow, feed'; the glosses give systematically the meaning `heal' etc.; θεραπεία means also `medical or surgical treatment'; θερμασία is less clear (false reading?); αὔξει also deviates (is it for ἀλδαίνω?). - The name Ἄλθηπ\/φος is clearly Pre-Greek (cf. the river Αἴσηπος); so may be Άλθαία (the suffix -αια, -εια is also known in Pre-Greek); but we cannot be sure that the names belong to the verb. - An alternative etymology connects Skt. r̥dhnóti `obtain luckily', Rix MSS 27 (1970) 88 and Mayrhofer EWAia 1, 118.
Page in Frisk: 1,72

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλθαίνω — ἀλθαίνω (Α) θεραπεύω, γιατρεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματικός τ.. που απαντά και ως ἀλθήσκω, ἀλθίσκω. Οι αρχαιότεροι τ. τού ρήματος ἀλθαίνω απαντούν συνήθως σε μέση φωνή και χρόνο αόριστο (ἀλθόμην) ή μέλλοντα (ἀλθήσομαι). Ο τ. ἀλθέξομαι τού μέλλοντα πρέπει… …   Dictionary of Greek

  • συνάλθομαι — Α (για τραύμα ή κάταγμα) επουλώνομαι, αποκαθίσταμαι, θεραπεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἄλθομαι, αρχαιότερος αμάρτυρος τ. ενεστ. τού ἀλθαίνω «θεραπεύω» (βλ.λ. αλθαίνω)] …   Dictionary of Greek

  • συναλθάσσομαι — Α συνάλθομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + *ἀλθάσσομαι, άλλος τ. τού ἀλθαίνω «θεραπεύω» (βλ.λ. αλθαίνω)] …   Dictionary of Greek

  • ладан — укр., блр. ладан – то же, др. русск. ладанъ (Хож. игум. Дан.). Из греч. λάδανον смола кустарника λῆδος семит. происхождения: ср. араб. lādan; см. Бернекер 1, 682; Фасмер, Гр. сл. эт. 110; А. Мюллер. ВВ 1, 277. Сюда же ладан валериана, копытень,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Althēe, die — Die Althēe, plur. inusit. ein aus dem Griech. und Latein. Althea hergenommener Nahme derjenigen Pflanze, welche sonst auch Eibisch, oder weiße Pappel genannt wird. Der Nahme Althea, von αλθεω, αλθαινω, ich heile, bedeutet so viel als Heilwurz,… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • таюся — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  глаг. (греч. λανθάνω) прохожу мимо, миную; являюсь неведомым;… …   Словарь церковнославянского языка

  • άλθα — ἄλθα, η (Α) [ἀλθαίνω] κατά τον Ησύχιο «θερμασία ή θεραπεία» …   Dictionary of Greek

  • άλθεξις — ἄλθεξις ( εως), η (Α) θεραπεία, γιατριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τού μέλλ. (ἀλθέξ ομαι) τού ρήμ. ἀλθαίνω] …   Dictionary of Greek

  • άλθος — ἄλθος ( εος), το (Α) [ἀλθαίνω] θεραπευτικό μέσο, φάρμακο …   Dictionary of Greek

  • άλμα — Αθλητικό αγώνισμα το οποίο διαιρείται σε τέσσερις ειδικότητες: ά. εις ύψος, ά. επί κοντώ, ά. εις μήκος, ά. τριπλούν. Στο ά. εις ύψος, ο αθλητής πρέπει να υπερπηδήσει έναν οριζόντιο πήχη που έχει τοποθετηθεί μεταξύ δύο καθέτων δοκών· μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • άλσος — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 313 κάτ.), στην πρώην επαρχία Πατρών του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Συμπολιτείας. * * * το (Α ἄλσος) μικρή ή μεγάλη δασωμένη έκταση, τόπος κατάφυτος νεοελλ. μικρό ή τεχνητό δάσος, κήπος για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.